ἐπορθρεύω

ἐπορθρ-εύω,
A rise early, Hsch., EM368.1:—[voice] Med., D.Chr.12.3, Luc. Gall.1, Poll.1.71.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επορθρεύω — ἐπορθρεύω (Α) σηκώνομαι πολύ πρωί. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ορθρεύω «ξυπνώ πριν την αυγή» (< όρθρος «αυγή»)] …   Dictionary of Greek

  • ἐπορθρευομένης — ἐπορθρεύω rise early pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρευσάμενοι — ἐπορθρεύω rise early aor part mid masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρευσάμενος — ἐπορθρεύω rise early aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρεῦσαι — ἐπορθρεύω rise early aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορθρεύσασθαι — ἐπορθρεύω rise early aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επορθρίζω — ἐπορθρίζω (Α) 1. επορθρεύω* 2. επορθροβοώ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ορθρίζω «σηκώνομαι πολύ νωρίς» (< όρθρος «αυγή»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.